Χωρίς δράση λίγα μπορούν να γίνουν. Το διάβασμα και η μελέτη μπορεί να δώσει κυρίως γνώση. Πρέπει να δραστηριοποιηθείς για να μεταφράσεις τη γνώση σε αποτελέσματα και κατανόηση. Ένα γραμμάριο πράξης αξίζει περισσότερο από τόνους διδασκαλίας Μαχάτμα Γκάντι (1869-1948 , Ινδός ηγέτης)

Νίκολα Τέσλα: O Προμηθέας του Ηλεκτρισμού


Ο άνθρωπος που εφηύρε τον 20ο αιώνα
Σαν σήμερα, στις 7 Ιανουαρίου του 1943, φτωχός και αγνοημένος, σ’ ένα ταπεινό δωμάτιο του ξενοδοχείου New Yorker, πέθανε ο Νίκολα Τέσλα.
Εκτός από επιστήμονας κι εφευρέτης ο Τέσλα υπήρξε οραματιστής ενός μέλλοντος, στο οποίο ο άνθρωπος δε θα ήταν αναγκασμένος να πασχίζει για την επιβίωση του, όπου οι λέξεις πλούσιος και φτωχός δε θα σήμαιναν τη διαφορά του επιπέδου της υλικής ευημερίας, αλλά των πνευματικών ικανοτήτων. Ο Τέσλα είναι ο «πατέρας» της Ελεύθερης Ενέργειας. Οραματιζόταν έναν κόσμο όπου..
ο καθένας θα είχε ελεύθερη πρόσβαση στην αστείρευτη θάλασσα της ενέργειας, που τον περιβάλλει.
Από την αρχή ακόμη της επιστημονικής του δράσης ο Τέσλα έδωσε μια σειρά από μοναχικές μάχες ενάντια στο επιστημονικό και βιομηχανικό κατεστημένο της εποχής του. Σε κάποιες από αυτές νίκησε, ενώ στις περισσότερες έχασε, επειδή δεν συμφωνούσε με τα κατεστημένα συμφέροντα.
Όταν ο μεγαλοτραπεζίτης Τζον Πίερποντ Μόργκαν, που αρχικά χρηματοδότησε το σχέδιο του εφευρέτη στο Γουόρντεκλιφ του Λονγκ Άιλαντ, πληροφορήθηκε πως ο στόχος του Τέσλα ήταν η ασύρματη μεταφορά ενέργειας ρώτησε τον εφευρέτη: «Και ποιος θα πουλάει την ενέργεια στους αποδέκτες της;» «Κανείς», απάντησε με ειλικρίνεια ο Τέσλα, «ο καθένας θα μπορεί να τη λαμβάνει καρφώνοντας μια ράβδο στο έδαφος ή τοποθετώντας μια κεραία στη στέγη του σπιτιού του. Σκεφθείτε το: δεν θα υπάρχουν καλώδια, αερόπλοια θα πετούν χρησιμοποιώντας την εκπεμπόμενη ενέργεια...» «Αρκετά», τον διέκοψε ο μεγαλοτραπεζίτης. «Σας ευχαριστώ πολύ κύριε Τέσλα. Θα σας στείλω την απάντηση μου». Η απάντηση, και τα χρήματα, δεν ήρθαν ποτέ. Μέχρι το τέλος της ζωής του ο Τέσλα περίμενε μιαν απάντηση...
«Η ενέργεια βρίσκεται παντού και σε αφθονία. Εμείς όμως διψάμε. Μοιάζουμε με κάποιον που βρίσκεται πάνω σε μια βάρκα που πλέει μέσα σ’ ένα ποτάμι, αλλά πεθαίνει από τη δίψα, γιατί δε διαθέτει ένα ποτήρι για να πιει νερό».