Χωρίς δράση λίγα μπορούν να γίνουν. Το διάβασμα και η μελέτη μπορεί να δώσει κυρίως γνώση. Πρέπει να δραστηριοποιηθείς για να μεταφράσεις τη γνώση σε αποτελέσματα και κατανόηση. Ένα γραμμάριο πράξης αξίζει περισσότερο από τόνους διδασκαλίας Μαχάτμα Γκάντι (1869-1948 , Ινδός ηγέτης)

ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ 2017: ΕΔΡΑΙΩΝΕΤΑΙ ΚΑΙ ΧΕΙΡΟΤΕΡΕΥΕΙ Η ΑΘΛΙΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΟΥ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙ Ο ΛΑΟΣ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΥΓΕΙΑΣ

Με τον κρατικό προϋπολογισμό του 2017 επιβεβαιώνεται η βαθιά ταξική αντιλαϊκή πολιτική της κυβέρνησης όσον αφορά τις λαϊκές ανάγκες σε Υγεία - Πρόνοια - Φάρμακο, αλλά και στους όρους και στις συνθήκες δουλειάς των εργαζομένων στις μονάδες Υγείας και Πρόνοιας όλων των βαθμίδων. Συντηρείται, εδραιώνεται και χειροτερεύει η σημερινή άθλια κατάσταση που αντιμετωπίζει ο λαός στην ιατροφαρμακευτική του περίθαλψη, στη νοσηλεία και στις υπηρεσίες Πρόληψης. Η κυβέρνηση προπαγανδίζει αυτήν την πολιτική σαν σταθεροποίηση του δημόσιου συστήματος Υγείας και ουσιαστικά επιδιώκει να εγκλωβίσει τα λαϊκά στρώματα στις...


 μειωμένες απαιτήσεις, να παραιτηθεί από ένα μεγάλο μέρος ακόμα και αυτών των ανεπαρκών παροχών που είχε πριν την περίοδο της κρίσης, στο όνομα της μείωσης της σπατάλης και πάταξης της διαφθοράς.
Η διατήρηση ορισμένων κονδυλίων του κρατικού προϋπολογισμού για την Υγεία - Πρόνοια στα περσινά επίπεδα χρησιμοποιείται προκειμένου η κυβέρνηση να πείσει ότι αυτό δήθεν σηματοδοτεί αντιστροφή της άσχημης κατάστασης. Ωστόσο, ακόμα και αυτά τα κονδύλια στα οποία δεν υπάρχει μείωση, αλλά διατήρηση στα ίδια απαράδεκτα περσινά χαμηλά επίπεδα, έρχονται να προστεθούν σωρευτικά στο άγριο πετσόκομμα των προηγούμενων ετών και επιδρούν πολλαπλασιαστικά στην επιδείνωση των ήδη άσχημων όρων διαβίωσης, ιατρικής, νοσηλευτικής και φαρμακευτικής περίθαλψης του λαού.

Στον προϋπολογισμό περιλαμβάνεται και ποσό ύψους 300 εκατομμυρίων ευρώ, ως «μαξιλαράκι», όπως λέει η κυβέρνηση, για δράσεις στους τομείς Υγείας, κοινωνικής προστασίας και Παιδείας. Από αυτά τα 300 εκατομμύρια, εάν και εφόσον δοθούν, ένα μόνο μέρος θα κατευθυνθεί στην Υγεία, το οποίο δεν μπορεί να καλύψει τα τεράστια κενά στην υποχρηματοδότηση, δεν θα τροποποιήσει ουσιαστικά την εκρηκτική κατάσταση που υπάρχει στο χώρο της Υγείας. Είναι απολύτως αναντίστοιχο σε σχέση με τις ολοένα αυξανόμενες ανάγκες του λαού.
Υπενθυμίζουμε ότι οι δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού για την Υγεία έχουν στην κυριολεξία κατακρεουργηθεί από 23 δισ. ευρώ το 2009 σε 8,4 δισ. ευρώ το 2015, αντιπροσωπεύοντας μόλις το 4,3% του ΑΕΠ, που ακόμα και με τα αστικά όρια είναι κάτω από «το όριο ασφαλείας ενός συστήματος Υγείας», το οποίο υπολογίζεται στο 6% του ΑΕΠ και από το μέσο ευρωπαϊκό όρο (7% του ΑΕΠ). Πολύ περισσότερο που κάποια κονδύλια εξακολουθούν για άλλη μια χρονιά να βαίνουν μειούμενα, όπως για παράδειγμα η κρατική χρηματοδότηση του ΕΟΠΥΥ και του ΠΕΔΥ, κάτι που συνιστά απόλυτη επιδείνωση όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών Υγείας, Φαρμάκου και Πρωτοβάθμιας Περίθαλψης.
Πιο αναλυτικά στον κρατικό προϋπολογισμό προβλέπονται:
Για τον ΕΟΠΥΥ
Η κρατική επιχορήγηση προς τον ΕΟΠΥΥ είναι μειωμένη κατά 200 εκατ. ευρώ, δηλαδή κατά 38% σε σχέση με το 2016.
Την ίδια στιγμή, ένα μεγάλο μέρος από τα έσοδα του ΕΟΠΥΥ προέρχεται από τις αυξημένες ασφαλιστικές εισφορές για την υγειονομική περίθαλψη, στις κύριες συντάξεις (από 4% σε 6%) και την επιβολή ασφαλιστικών εισφορών 6% στις επικουρικές, έτσι όπως θεσμοθετήθηκαν με το Ν. 4334/2015. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι ασφαλιστικές εισφορές αντιπροσωπεύουν το 82,3% των εσόδων του ΕΟΠΥΥ (πέρυσι ήταν 79,2%), ενώ οι μεταβιβάσεις από τον τακτικό προϋπολογισμό μόλις το 6,2% των εσόδων (πέρυσι ήταν 9,4%).
Δηλαδή, από τη μία συνεχίζεται η πολιτική της ραγδαίας κρατικής υποχρηματοδότησης και από την άλλη αυξάνονται οι πληρωμές από τις τσέπες των εργαζομένων και των συνταξιούχων για το 2017, επιπλέον απ' τις εισφορές του 6% που επιβλήθηκαν πέρσι σε τακτικές και επικουρικές συντάξεις.
Μάλιστα, στο προσχέδιο του κρατικού προϋπολογισμού αναφερόταν ότι το ποσό που αναμένεται να αποδοθεί από τις εισφορές στις κύριες και επικουρικές συντάξεις ανέρχεται στα 717 εκατομμύρια ευρώ. Δηλαδή θα «αρπαχτούν» από τις τσέπες των συνταξιούχων 717 εκατομμύρια ευρώ.
Αναφέρεται, επίσης, ότι υλοποιούνται και μια σειρά άλλες δράσεις, που αποσκοπούν στην περιστολή των δαπανών τόσο στη φαρμακευτική δαπάνη όσο και στις λοιπές παροχές ασθένειας. Αυτή όμως η περιστολή αφορά τις κρατικές και ασφαλιστικές δαπάνες, ενώ για τα λαϊκά στρώματα μεταφράζεται σε αύξηση των δαπανών.
Ετσι, η φαρμακευτική δαπάνη προϋπολογίζεται στα 2.270 εκατομμύρια ευρώ, μειωμένη κατά 230 εκατομμύρια ευρώ από το ποσό το οποίο εκτιμάται ότι θα κλείσει το 2016 (που είναι 2.500 εκατομμύρια ευρώ). Αυτό έχει ως συνέπεια οι ασθενείς να βάζουν όλο και πιο βαθιά το χέρι στην τσέπη για να αγοράσουν φάρμακα, υγειονομικό υλικό κ.ά. Είναι ενδεικτικό ότι την τελευταία 6ετία οι συνεχείς και δραστικές μειώσεις στη δημόσια φαρμακευτική δαπάνη (από 5,2 δισ. ευρώ το 2009 στα 1,9 δισ. ευρώ το 2015) οδήγησαν στην εκτόξευση της μεσοσταθμικής συμμετοχής των ασφαλισμένων από το 9% (2009) στο 30% (2015). Δηλαδή, κράτος και ασφαλιστικά ταμεία πλήρωσαν κατά 57,7% λιγότερα, ενώ οι ασφαλισμένοι πλήρωσαν ως συμμετοχή κατά 43,1% περισσότερα όχι για όλα τα φάρμακα, αλλά μόνο γι' αυτά που αποζημιώνει ο ΕΟΠΥΥ. Το ποσοστό αυτό είναι πολύ παραπάνω αν ληφθεί υπόψη ο αυξανόμενος αριθμός των Μη Συνταγογραφούμενων Φαρμάκων και των φαρμάκων της «αρνητικής λίστας», τα οποία δεν αποζημιώνονται από τον ΕΟΠΥΥ και πληρώνονται εξολοκλήρου από τους ασθενείς.
Πρόκειται για χαρακτηριστικό παράδειγμα της πολιτικής για τη μείωση του λεγόμενου «μη μισθολογικού κόστους», που στοχεύει στην τόνωση της ανταγωνιστικότητας των μονοπωλίων, με εργαζόμενους που θα «στοιχίζουν» ακόμα πιο φθηνά σε κράτος κι επιχειρηματίες. Η κυβέρνηση, μάλιστα, χρησιμοποιεί τα ίδια επιχειρήματα και τα ίδια «εργαλεία» με τις προηγούμενες κυβερνήσεις, προκειμένου να συσκοτίσει την αντιλαϊκή της πολιτική, που και σε αυτόν τον τομέα αποτελεί υλοποίηση των κατευθύνσεων της ΕΕ. Το γεγονός ότι αυτές οι κατευθύνσεις αναδεικνύονται στον κρατικό προϋπολογισμό ως πολιτική της κυβέρνησης και για το επόμενο διάστημα, σημαίνει παραπέρα επιδείνωση των παροχών προς το λαό με νέες περικοπές. Γι' αυτό προβάλλεται η επέκταση της εφαρμογής των λεγόμενων θεραπευτικών, διαγνωστικών και φαρμακευτικών «πρωτοκόλλων», τα οποία αποτελούν τα εργαλεία επιβολής και ελέγχου αυτών των περικοπών.
Την ίδια στιγμή, αυξάνει και ο αριθμός αυτών που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα και στερούνται τα απαραίτητα για την υγεία και τη ζωή τους φάρμακα. Το πρόβλημα είναι ακόμα πιο οξυμένο για τους χρόνιους ασθενείς και τους πάσχοντες από σοβαρές ασθένειες. Είναι ενδεικτικό ότι οι ασθενείς που αναγκάστηκαν να κόψουν τα φάρμακά τους - για την υψηλή χοληστερόλη - αυξήθηκαν από 13% (το 2014) σε 16,5% (το 2015) λόγω του υψηλού κόστους συμμετοχής στη φαρμακευτική δαπάνη (σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο Συνέδριο Κλινικής Καρδιολογίας1).
Αντίστοιχα, μειωμένος είναι και ο προϋπολογισμός του ΕΟΠΥΥ για λοιπές παροχές ασθένειας κατά 173 εκατομμύρια ευρώ (από 1.923 εκατομμύρια ευρώ το 2016 σε 1.750 εκατομμύρια ευρώ το 2017).
Από αυτήν την άποψη, οι ανακοινώσεις για αύξηση του προϋπολογισμού του ΕΟΠΥΥ, κατόπιν συμφωνίας κυβέρνησης και «θεσμών», δεν πρόκειται να φέρει καμία ανακούφιση στο λαό. Αφενός γιατί αυτή η αύξηση προέρχεται (όπως προκύπτει και από το φετινό προϋπολογισμό, αλλά και από τους προηγούμενους) από τη λεηλασία, τις αυξημένες πληρωμές των ίδιων των εργαζομένων και αφετέρου, ακόμα και η όποια αύξηση προκύψει, δεν σημαίνει ότι θα σηματοδοτήσει αύξηση των παροχών προς τους ασφαλισμένους, αφού πρώτιστο μέλημα για την κυβέρνηση είναι η εξόφληση των χρεών του ΕΟΠΥΥ προς τους διάφορους «παρόχους», προκειμένου να πέσει χρήμα στην αγορά για να κινηθεί η καπιταλιστική οικονομία. Αλλωστε, είναι στη φάση της διαμόρφωσης ο νέος Κανονισμός Παροχών του ΕΟΠΥΥ, με νέες περικοπές που προστίθενται σε όσες έχουν γίνει τα προηγούμενα χρόνια.
Για το ΠΕΔΥ
Η χρηματοδότηση των μονάδων ΠΕΔΥ από τον κρατικό προϋπολογισμό είναι μειωμένη κατά 7 εκατομμύρια ευρώ (από 129 εκατ. ευρώ το 2016 σε 122 εκατ. ευρώ το 2017).
Οι δαπάνες προσωπικού για το ΠΕΔΥ είναι μειωμένες κατά 6 εκατομμύρια ευρώ (από 48 εκατ. ευρώ το 2016 σε 42 εκατ. ευρώ το 2017).
Δηλαδή, την ώρα που τα Κέντρα Υγείας «στενάζουν» υπό το βάρος των τεράστιων ελλείψεων σε γιατρούς και λοιπό προσωπικό, αντιδραστήρια κ.λπ., η κυβέρνηση μειώνει κι άλλο τα κονδύλια για τη χρηματοδότησή τους. Αυτό οδηγεί σε απόλυτη επιδείνωση της ήδη άσχημης κατάστασης των μονάδων του ΠΕΔΥ και κατά συνέπεια στη χειροτέρευση των όρων παροχής Πρωτοβάθμιας Περίθαλψης στο λαό.
Την ίδια στιγμή, τα ίδια έσοδα των μονάδων ΠΕΔΥ (δηλαδή οι απευθείας πληρωμές των ασθενών) είναι αυξημένα κατά 1 εκατομμύρια ευρώ, από 20 εκατομμύρια ευρώ το 2016 σε 21 εκατομμύρια ευρώ το 2017.
Από τα παραπάνω σηματοδοτείται τι επιδιώκει η κυβέρνηση με τη λεγόμενη μεταρρύθμιση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ) με τους οικογενειακούς γιατρούς στις γειτονιές που προωθεί. «Ανάπτυξη» των δημόσιων μονάδων ΠΦΥ με το ελάχιστο δυνατό κρατικό κόστος, που η λειτουργία τους θα εξαρτάται από τα έσοδα που θα έχουν από τα ασφαλιστικά ταμεία και τις άμεσες πληρωμές των ασθενών.
Με βάση τα παραπάνω κριτήρια ανάπτυξης και λειτουργίας των μονάδων ΠΦΥ, ο τομέας της πρόληψης θα συνεχίσει να αποτελεί ατομική υπόθεση, με σοβαρές επιπτώσεις στο λαό και θα εξαρτάται από την οικονομική δυνατότητα του καθενός.
Για τα νοσοκομεία
Η χρηματοδότηση των κρατικών νοσοκομείων παραμένει στα ίδια χαμηλά επίπεδα με πέρυσι, στα 1.301 εκατομμύρια ευρώ. Υπενθυμίζουμε ότι η κρατική επιχορήγηση των νοσοκομείων κατακρεουργήθηκε το 2015 κατά 22,8% και παραμένει από τότε στα ίδια απαράδεκτα χαμηλά επίπεδα.
Επίσης, η χρηματοδότηση για τις εφημερίες των γιατρών και πρόσθετων παροχών του νοσηλευτικού προσωπικού παραμένει επίσης στα ίδια επίπεδα με πέρυσι, στα 321 εκατομμύρια ευρώ.
Αυτή η καθήλωση των κονδυλίων, τη στιγμή που οι ανάγκες αυξάνονται κατακόρυφα, τη στιγμή που ήδη η κατάσταση λειτουργίας των δημόσιων νοσοκομείων είναι εκρηκτική, σηματοδοτεί ουσιαστικά την εδραίωση του σημερινού, απαράδεκτου και επικίνδυνου καθεστώτος των τεράστιων ελλείψεων σε προσωπικό, εξοπλισμό, φάρμακα και αναλώσιμα, της εντατικοποίησης της εργασίας του υγειονομικού προσωπικού.
Η κυβέρνηση, παίρνοντας τη σκυτάλη από τις προηγούμενες, επιταχύνει τους ρυθμούς εφαρμογής των μέτρων προκειμένου τα δημόσια νοσοκομεία να προσαρμοστούν πλήρως στην εμπορευματοποίηση των υπηρεσιών τους και στους κανόνες της επιχειρηματικής δράσης.
Στη βάση αυτή και προκειμένου να μειώσουν το κόστος της λειτουργίας τους, μειώνεται το προσωπικό, επεκτείνεται το καθεστώς της κινητικότητας των εργαζομένων από μονάδα σε μονάδα για να καλυφθούν απλά τρύπες, παραμένουν κλειστά κρεβάτια ΜΕΘ, χειρουργείων, ελλείψεις σε φάρμακα, υγειονομικό υλικό, αντιδραστήρια, με αποτέλεσμα ένα μέρος των ασθενών να εξαναγκάζεται να ξαναπληρώνει μεγάλα ποσά στον ιδιωτικό τομέα, προκειμένου να «βρει την υγειά του» ή να παραμένει στις πολύμηνες λίστες αναμονής, με κίνδυνο επιδείνωσης της υγείας του, ακόμα και της ζωής του. Ενδεικτικά της επικίνδυνης κατάστασης είναι τα στοιχεία που αφορούν τους καρκινοπαθείς, όπου το 40% των καρκινοπαθών έχει δυσκολία επίσκεψης στο γιατρό στο πρώτο ραντεβού (λόγω μεγάλων αναμονών στα ιατρεία των νοσοκομείων).2 Η κυβέρνηση προπαγανδίζει ότι «πρώτη φορά μετά από έξι χρόνια» έγιναν προσλήψεις μόνιμου προσωπικού. Μόνο το 2015 αποχώρησαν 2.750 άτομα και προσλήφθηκαν 593 μόνιμοι υπάλληλοι. Παρουσιάζει κάθε λίγο και λιγάκι τις «προσλήψεις» αριθμού επικουρικών γιατρών, νοσηλευτών και άλλων ειδικοτήτων, ως εργαζομένων που προστίθενται στους ήδη υπάρχοντες. Κάνει το μαύρο άσπρο, διότι αυτό το προσωπικό δεν προστίθεται, αλλά είτε αντικαθιστά ένα μικρό μέρος του μόνιμου προσωπικού που συνταξιοδοτείται, είτε κυρίως αντικαθιστά τους επικουρικούς που απολύονται σε ένα ή δυο χρόνια. Με αυτόν τον τρόπο, ούτε καν συντηρείται, αλλά συνεχώς επιδεινώνεται η άθλια κατάσταση της υποστελέχωσης των δημόσιων μονάδων Υγείας με προσωπικό που δεν κοστίζει στο κράτος, αφού πληρώνεται από τα έσοδα των μονάδων Υγείας, δηλαδή από δαπάνες κυρίως των ασφαλιστικών ταμείων και απευθείας πληρωμές των ασθενών και με μειωμένα δικαιώματα.
Τέτοιο προσωπικό - προσωρινό και φτηνό - είναι και οι 4.000 προσλήψεις που έχει εξαγγείλει για το επόμενο διάστημα. Ολα αυτά υπονομεύουν την αξιοποίηση ενός εξειδικευμένου προσωπικού, διότι η εφαρμογή των επιστημονικών γνώσεων απαιτεί να έχει συνέχεια, να αποκτιέται η απαιτούμενη εμπειρία που αντίστοιχα θα έχει θετική επίπτωση στις υπηρεσίες προς τους ασθενείς και όχι να διακόπτεται από το καθεστώς της προσωρινής και εναλλασσόμενης εργασίας. Η κυβέρνηση και στο ζήτημα αυτό ακολουθεί πιστά την κατεύθυνση της ΕΕ για φτηνούς εργαζόμενους, φτηνούς ασθενείς σε ένα φτηνό σύστημα Υγείας, για το κράτος και τους επιχειρηματικούς ομίλους. Γι' αυτό απέρριψε πρόσφατα την πρόταση νόμου του ΚΚΕ για μονιμοποίηση όλων των εργαζομένων στην Υγεία - Πρόνοια με το καθεστώς των επικουρικών, με «δελτίο παροχής υπηρεσιών» και των εργαζομένων μέσω του ΚΕΕΛΠΝΟ, προβάλλοντας τις «δημοσιονομικές συμφωνίες» που η ίδια υπέγραψε. Πρόταση νόμου που αποσκοπούσε να καλύψει μόνιμα ένα μέρος των πάγιων αναγκών της υγείας του λαού.
Την ίδια στιγμή, τα έσοδα των νοσοκομείων (μεγάλο μέρος των οποίων προέρχεται από τα ασφαλιστικά ταμεία και τις άμεσες πληρωμές των ασθενών) είναι αυξημένα, ως αποτέλεσμα της αύξησης των ιδίων εσόδων, δηλαδή των πληρωμών από τους ασθενείς (π.χ. σε απογευματινά ιατρεία) από 117 σε 120 εκατομμύρια ευρώ και της διατήρησης των εσόδων τους από τα ασφαλιστικά ταμεία στα ίδια επίπεδα με το 2016, στα 888 εκατομμύρια ευρώ.
Απ' όλους τους παραπάνω τομείς (ΕΟΠΥΥ - ΠΦΥ - νοσοκομεία - Φάρμακο) επιβεβαιώνεται η ολοένα και βαθύτερη εμπορευματοποίηση των υπηρεσιών Υγείας. Εδραιώνεται ουσιαστικά μια κατάσταση όπου περιορίζεται δραστικά το μέρος των δωρεάν κρατικών παροχών και των παροχών των ασφαλιστικών ταμείων λόγω της υποχρηματοδότησής τους από το κράτος και το κεφάλαιο και αυξάνεται το μέρος των υπηρεσιών που θα παρέχονται σε ανταποδοτική βάση ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα των εργαζομένων.
Η κυβέρνηση, με τα μέτρα για τους ανασφάλιστους στον κλάδο Υγείας, επιδιώκει να εξαπατήσει το λαό για το δήθεν «ταξικό πρόσημο υπέρ του λαού», όπως ισχυρίζεται. Πήρε το μέτρο για την κάλυψη των ανασφαλίστων χωρίς να δώσει ούτε ευρώ επιπλέον από τον κρατικό προϋπολογισμό και ανέθεσε στα υποχρηματοδοτούμενα δημόσια νοσοκομεία, ΚΥ και τον ΕΟΠΥΥ να βγάλουν «το φίδι απ' την τρύπα». Και για το ζήτημα αυτό, υλοποιεί κατά γράμμα τις κατευθύνσεις της ΕΕ για την αντιμετώπιση του μεγάλου αριθμού των ανασφάλιστων, αλλά με τρόπο που να μην επιβαρύνονται οι δημοσιονομικοί στόχοι και οι κρατικοί προϋπολογισμοί. Μάλιστα, η μεγάλη πλειοψηφία αυτών των φτωχών ανθρώπων θα πληρώνουν, όπως όλοι οι άλλοι ασφαλισμένοι, συμμετοχές ή εξολοκλήρου πληρωμές σύμφωνα με τον Κανονισμό Παροχών του ΕΟΠΥΥ για φάρμακα, εξετάσεις, υγειονομικό υλικό κ.λπ. στις δημόσιες μονάδες Υγείας. Στο δε ιδιωτικό τομέα που εξαναγκάζονται να απευθυνθούν λόγω της άσχημης κατάστασης που υπάρχει στις δημόσιες μονάδες, πληρώνουν εξολοκλήρου για όλες τις υπηρεσίες που θα χρειαστούν.
Μόνο ένα μικρό μέρος αυτών των ανασφάλιστων, που βρίσκονται σε συνθήκες απόλυτης εξαθλίωσης, δεν πληρώνουν συμμετοχή στη φαρμακευτική δαπάνη και μόνο για τα φάρμακα που είναι στη «θετική λίστα», δηλαδή που συμμετέχει ο ΕΟΠΥΥ στην αποζημίωσή τους. Με αυτό το «ξεροκόμματο» που επιστρέφει η κυβέρνηση από τα πολλά «καρβέλια» που έχουν κλέψει οι επιχειρηματικοί όμιλοι, προσπαθεί να φιλοτεχνήσει τη δήθεν φιλολαϊκότητά της.
Επιπλέον, στο πλαίσιο της πολιτικής της κυβέρνησης για «δίκαιο» επιμερισμό των κρατικών περικοπών ανάμεσα στα φτωχά λαϊκά στρώματα, οι άποροι που έχουν βιβλιάριο ενώ πρώτα έπαιρναν δωρεάν τα φάρμακα από τα δημόσια νοσοκομεία, τώρα - στο όνομα της διευκόλυνσής τους - τα προμηθεύονται από τα ιδιωτικά φαρμακεία πληρώνοντας και συμμετοχή.







 http://prezatv.blogspot.gr/2016/12/2017_23.html